Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026
>Του Σταυρού, παραμονή των Φώτων
Της Παναγίας και του σπιτιού μου στο Μπουλμέτι ένας δρόμος χωρίζει τα δυο οικόπεδα. Από μικρός ήμουν στην εκκλησία. Για να μην πηγαίνω από την κεντρική είσοδο, που ήταν στο καμπαναριό, στη μισογκρεμισμένη γωνία του μαντρότοιχου, αντίκρυ απ' την αυλόπορτα του σπιτιού μου, είχα σκάψει δύο τρύπες, διαμορφώνοντας έτσι δύο μικρά σκαλιά, που χωρούσαν τις μύτες των παπουτσιών κι από κει σκαρφάλωνα και περπατώντας πάνω στον μαντρότοιχο (το κουλούρι της εκκλησίας) λίγα μέτρα, έφτανα στο χαμηλότερο ύψος από το χώμα και με ένα σάλτο βρισκόμουν στην αυλή της εκκλησίας. Όλα τα παιδιά συμμετείχαμε στα της εκκλησίας. Άλλος άναβε τα καντήλια, άλλος στο θυμιατό, άλλος στο κερί για τη μικρή ή τη μεγάλη είσοδο, άλλος... Βέβαια, η συμμετοχή μου ήταν και κατά κάποιο τρόπο επιβεβλημένη καθώς ο παπα-Αχιλλέας ήταν θείος μου, γαμπρός από αδερφή (της Αλέξως) του πατέρα μου. Ήταν εφημέριος στην ενορία μας αλλά και στην ενορία του Αγίου Δημητρίου στο Ζερβό, στις οποίες λειτουργούσε εναλλάξ. Το Πάσχα λειτουργούσε και στις δυο ενορίες. Έτσι η Μ. Πέμπτη ήταν γι' αυτόν είκοσι τέσσερα Ευαγγέλια, η Μεγάλη Παρασκευή δυο Επιτάφιοι, δυο Αναστάσεις... Το πρωί της παραμονής των Φώτων, του Σταυρού, λειτουργούσε στο Ζερβό και αμέσως μετά περιερχόταν τα σπίτια του, για να τα αγιάσει με το αγιασμένο νερό του Μεγάλου αγιασμού. Μαζί του έπαιρνε κι ένα παιδί, συνήθως τον εκτελούντα χρέη νεωκόρου, για να του κρατάει το μπραγάτσι με τον αγιασμό. Για κάποια χρόνια, εγώ κρατούσα το μπραγάτσι στην ενορία μας. Παλαιότερα, θυμάμαι, ήταν ο Χριστόφορος. Μετά το μεσημέρι, που τελείωνε στο Ζερβό, τον περίμενα στο λιθάρι του Αϊ-Νικόλα. Με το μπραγάτσι στο χέρι εγώ και με τον σταυρό και την αγιαστούρα ο παπάς περνούσαμε σε όλα τα σπίτια, γειτονιά γειτονιά. Πρώτο σπίτι των Σταυραίων, του μπαρμπα-Χρήστου και ακολουθούσαν του Πανο-Κολιούση και τα υπόλοιπα σπίτια στη Βρύση, στα Ζηκαίικα, στην Παλιόκλια, στην Πλατεία και στα γύρω από αυτή, στη Συκιά και για το τέλος αφήνανε τη γειτονιά μου, επειδή θα τελειώναμε στο σπίτι μου, στο οποίο έμενε το βράδυ κι ο παπα-Αχιλλέας, για να λειτουργήσει το επόμενο πρωί, των Φώτων. Τότε όλα τα σπίτια ήταν ανοιχτά, κατοικίσιμα. Το "Εν Ιορδάνη", το απολυτίκιο των Θεοφανείων, το είχα μάθει απ' έξω από τον πρώτο αγιασμό, αφού το άκουγα σε κάθε σπίτι απ' τον καλλικέλαδο παπα-Αχιλλέα. Συνηθιζόταν η νοικοκυρά του σπιτιού να δίνει κάτι στον παπά. Ό,τι προοριζόταν για τον νεωκόρο, το έριχνε στο μπραγάτσι. Έτσι στο τέλος της ημέρας ο πάτος στο μπραγατσάκι είχε καλυφθεί από κέρματα, τα τυχερά του νεωκόρου. Μια χρονιά, είχαμε γυρίσει απ' τα σπίτια της Συκιάς και μας είχαν μείνει τα τελευταία στη γειτονιά μου. Είχε νυχτώσει. Πήγαμε στη θεια-Στέργαινα και βγαίνοντας απ' την αυλόπορτα, κατευθυνθήκαμε προς του Παντελη-Ζήκου. Το μονοπάτι εκεί ήταν πολυσύχναστο και πολυπερπατημένο από ανθρώπους κι από ζώα, γιατί το χρησιμοποιούσαν οι χωριανοί αλλά και Ζερβιώτες, για να "κόψουν δρόμο", παρακάμπτοντας τον δημόσιο δρόμο και την Τζουμπιώτα, και να βγουν γρηγορότερα στην Ελιά της Κατσίνας κι από κει στη Βρυση- Σάββα, στη Συκιά, για να καταλήξουν στον κάμπο, για τις δουλειές τους. Έτσι οι πέτρες του ήταν γλιστερές και χρειαζόταν πολλή προσοχή στο περπάτημα, ιδιαίτερα όταν έπεφτε δροσιά. Εγώ, γνωρίζοντας το μονοπάτι απ' έξω κι ανακατωτά, προχωρούσα μπροστά κι ο παπάς ακολουθούσε. Κάποια στιγμή ακούω ένα θόρυβο και τον παπά να φωνάζει: Γιώργο, Γιώργο, την αγιαστούρα, έχασα την αγιαστούρα. Ευτυχώς απ' το πέσιμο δεν προέκυψε κάτι σοβαρό και αφού βρήκαμε την αγιαστούρα, φτάσαμε στο σπίτι του Παντελη-Ζήκου, περάσαμε και στα Αναγνωσταίικα και καταλήξαμε στο δικό μου, κλείνοντας τη μέρα του Σταυρού, αναμένοντας την επαύριο των Φώτων.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)
