Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 15. Αναμνήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 15. Αναμνήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026
>Του Σταυρού, παραμονή των Φώτων
Της Παναγίας και του σπιτιού μου στο Μπουλμέτι ένας δρόμος χωρίζει τα δυο οικόπεδα. Από μικρός ήμουν στην εκκλησία. Για να μην πηγαίνω από την κεντρική είσοδο, που ήταν στο καμπαναριό, στη μισογκρεμισμένη γωνία του μαντρότοιχου, αντίκρυ απ' την αυλόπορτα του σπιτιού μου, είχα σκάψει δύο τρύπες, διαμορφώνοντας έτσι δύο μικρά σκαλιά, που χωρούσαν τις μύτες των παπουτσιών κι από κει σκαρφάλωνα και περπατώντας πάνω στον μαντρότοιχο (το κουλούρι της εκκλησίας) λίγα μέτρα, έφτανα στο χαμηλότερο ύψος από το χώμα και με ένα σάλτο βρισκόμουν στην αυλή της εκκλησίας. Όλα τα παιδιά συμμετείχαμε στα της εκκλησίας. Άλλος άναβε τα καντήλια, άλλος στο θυμιατό, άλλος στο κερί για τη μικρή ή τη μεγάλη είσοδο, άλλος... Βέβαια, η συμμετοχή μου ήταν και κατά κάποιο τρόπο επιβεβλημένη καθώς ο παπα-Αχιλλέας ήταν θείος μου, γαμπρός από αδερφή (της Αλέξως) του πατέρα μου. Ήταν εφημέριος στην ενορία μας αλλά και στην ενορία του Αγίου Δημητρίου στο Ζερβό, στις οποίες λειτουργούσε εναλλάξ. Το Πάσχα λειτουργούσε και στις δυο ενορίες. Έτσι η Μ. Πέμπτη ήταν γι' αυτόν είκοσι τέσσερα Ευαγγέλια, η Μεγάλη Παρασκευή δυο Επιτάφιοι, δυο Αναστάσεις... Το πρωί της παραμονής των Φώτων, του Σταυρού, λειτουργούσε στο Ζερβό και αμέσως μετά περιερχόταν τα σπίτια του, για να τα αγιάσει με το αγιασμένο νερό του Μεγάλου αγιασμού. Μαζί του έπαιρνε κι ένα παιδί, συνήθως τον εκτελούντα χρέη νεωκόρου, για να του κρατάει το μπραγάτσι με τον αγιασμό. Για κάποια χρόνια, εγώ κρατούσα το μπραγάτσι στην ενορία μας. Παλαιότερα, θυμάμαι, ήταν ο Χριστόφορος. Μετά το μεσημέρι, που τελείωνε στο Ζερβό, τον περίμενα στο λιθάρι του Αϊ-Νικόλα. Με το μπραγάτσι στο χέρι εγώ και με τον σταυρό και την αγιαστούρα ο παπάς περνούσαμε σε όλα τα σπίτια, γειτονιά γειτονιά. Πρώτο σπίτι των Σταυραίων, του μπαρμπα-Χρήστου και ακολουθούσαν του Πανο-Κολιούση και τα υπόλοιπα σπίτια στη Βρύση, στα Ζηκαίικα, στην Παλιόκλια, στην Πλατεία και στα γύρω από αυτή, στη Συκιά και για το τέλος αφήνανε τη γειτονιά μου, επειδή θα τελειώναμε στο σπίτι μου, στο οποίο έμενε το βράδυ κι ο παπα-Αχιλλέας, για να λειτουργήσει το επόμενο πρωί, των Φώτων. Τότε όλα τα σπίτια ήταν ανοιχτά, κατοικίσιμα. Το "Εν Ιορδάνη", το απολυτίκιο των Θεοφανείων, το είχα μάθει απ' έξω από τον πρώτο αγιασμό, αφού το άκουγα σε κάθε σπίτι απ' τον καλλικέλαδο παπα-Αχιλλέα. Συνηθιζόταν η νοικοκυρά του σπιτιού να δίνει κάτι στον παπά. Ό,τι προοριζόταν για τον νεωκόρο, το έριχνε στο μπραγάτσι. Έτσι στο τέλος της ημέρας ο πάτος στο μπραγατσάκι είχε καλυφθεί από κέρματα, τα τυχερά του νεωκόρου. Μια χρονιά, είχαμε γυρίσει απ' τα σπίτια της Συκιάς και μας είχαν μείνει τα τελευταία στη γειτονιά μου. Είχε νυχτώσει. Πήγαμε στη θεια-Στέργαινα και βγαίνοντας απ' την αυλόπορτα, κατευθυνθήκαμε προς του Παντελη-Ζήκου. Το μονοπάτι εκεί ήταν πολυσύχναστο και πολυπερπατημένο από ανθρώπους κι από ζώα, γιατί το χρησιμοποιούσαν οι χωριανοί αλλά και Ζερβιώτες, για να "κόψουν δρόμο", παρακάμπτοντας τον δημόσιο δρόμο και την Τζουμπιώτα, και να βγουν γρηγορότερα στην Ελιά της Κατσίνας κι από κει στη Βρυση- Σάββα, στη Συκιά, για να καταλήξουν στον κάμπο, για τις δουλειές τους. Έτσι οι πέτρες του ήταν γλιστερές και χρειαζόταν πολλή προσοχή στο περπάτημα, ιδιαίτερα όταν έπεφτε δροσιά. Εγώ, γνωρίζοντας το μονοπάτι απ' έξω κι ανακατωτά, προχωρούσα μπροστά κι ο παπάς ακολουθούσε. Κάποια στιγμή ακούω ένα θόρυβο και τον παπά να φωνάζει: Γιώργο, Γιώργο, την αγιαστούρα, έχασα την αγιαστούρα. Ευτυχώς απ' το πέσιμο δεν προέκυψε κάτι σοβαρό και αφού βρήκαμε την αγιαστούρα, φτάσαμε στο σπίτι του Παντελη-Ζήκου, περάσαμε και στα Αναγνωσταίικα και καταλήξαμε στο δικό μου, κλείνοντας τη μέρα του Σταυρού, αναμένοντας την επαύριο των Φώτων.
Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2023
Η τσιόμπλια
Εκτός από το λάστιχο (σφεντόνα), με το οποίο κυνηγούσαμε, άλλος τρόπος για να εξασφαλίσουμε το κυνήγι ήταν η τσιόμπλια.Η τσιόμλπια ήταν κλασική παγίδα των παιδικών μας χρόνων, στο χωριό, με την οποία προσπαθούσαμε να συλλάβουμε αγριοπούλια.Τις τσιόμπλιες τις στήναμε το χειμώνα σε σημεία όπου σύχναζαν, αναζητώντας καταφύγιο και τροφή, αγριοπούλια (κοκκινολαίμηδες, κοτσύφια, τσίχλες, μπεκάτσες, τσόνια). Μεγαλύτερη επιτυχία είχαμε σε δυσμενείς καιρικές συνθήκες ( παγωνιά, χιόνι). Τότε δεν εκδιδόταν δελτίο ακραίων καιρικών φαινομένων, για να μας κρατήσει μέσα στα σπίτια ούτε είχαμε αναπτύξει τις περιβαλλοντικές/οικολογικές ευαισθησίες μας.Στα χρόνια μας, ιδιαίτερα, όπου τα περισσότερα σπίτια αντικατέστησαν τις στέγες τους με γαλλικό κεραμίδι, ήταν πολύ εύκολη η εξεύρεση κατάλληλων πλακών κι έτσι στήναμε πολλές τσιόμπλιες ο καθένας.Το δόλωμα ήταν, συνήθως, ένα κομματάκι ψωμί ή ψίχουλα, ελιά, σιτάρι όπου στην προσπάθειά τους τα πουλάκια να το πάρουν, ενεργοποιούσαν τον "μηχανισμό" της τσιόμπλιας, έπεφτε η πλάκα και τα καταπλάκωνε, όχι πάντοτε, βέβαια. Το πιο σύνηθες ήταν ο κοκκινολαίμης (καλογιάννος). Δεν ήταν λίγες οι φορές που κάτω από την πλάκα βρίσκαμε ποντίκια.Η συσκευή ήταν ιδιοκατασκευή. Με το μαχαίρι φτιάχναμε τα δυο "σκανταλάρια" (τα δέναμε με χοντρό σκοινί), τη φούρκα (καβαλάρης) και τη βέργα από ξύλο, τα οποία μαζί με την πλάκα αποτελούσαν τα μέρη της συσκευής.Οι φωτογραφίες είναι από το διαδίκτυο.
Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2016
Το καφενείο του Μητσιο-Γκάφα
Πολλοί υποστηρίζουν ότι τα
αντικείμενα έχουν μικρά "κομμάτια" απ' την ψυχή μας! Το σίγουρο, όμως,
είναι ότι τα αντικείμενα είναι ταυτισμένα με κάποιες στιγμές της ζωής μας. Η
αξία τους είναι ανάλογη αυτών των
στιγμών.
«Καφενείο του Γκάφα»! Ένα κτίριο,
περίπου 30 τετραγωνικών, λιθόκτιστο, με μια ξύλινη πόρτα στα ανατολικά και δύο παράθυρα και ένα στα δυτικά , αν θυμάμαι
καλά. Στο ξύλινο πάτωμά του οι σανίδες δεν είχαν και την τέλεια εφαρμογή και τις
χειμωνιάτικες νύχτες ο αέρας επισκεπτόταν
ανενόχλητος τους θαμώνες.
Μπαίνοντας στο εσωτερικό του,
δεξιά ήταν ο μπέζακτας, που χώριζε το καφενείο στα δύο, με ένα μικρό χώρο στο
βόρειο μέρος του με ράφια για τις ανάγκες του παντοπωλείου! Ο υπόλοιπος χώρος
χρησίμευε για «σάλα» του καφενείου.
Πίσω από τον μπέζακτα, ο
Μπαρμα-Μήτσιος ο Γκάφας, ιδιοκτήτης του καφενείου, καφεπαντοπώλης, συνήθως,
αλλά όταν τον αντικαθιστούσε η θεια-Μήτσαινα, η Γιούλα του, συμμετείχε σε καμιά
τετράδα ή έπαιζε καμιά μονομαχία ξερή, πινάκλ, ραμί, δηλωτή….
Τα Χριστούγεννα είχε την τιμητική
του το «τριάντα ένα». Ακόμα ηχεί στα αυτιά μας η ατάκα του «Γιούλα μ’ καίγομαι».
Μια φράση που τη χρησιμοποιούσε όταν ήταν μάνα στο «τριάντα ένα» και είχε 21,
τραβηχτός!!! Κι η Γιούλα, φοβούμενη μήπως καεί και χάσει την παρτίδα, και τα
χρήματα, φυσικά, ανταπέδιδε: «Μην τραβάς άλλο, μωρέ»!
Κι ως μπακάλης το τιμούσε το προϊόντα που προσέφερε το
κατάστημα, ιδιαίτερα το ούζο. Κι όταν τύχαινε να είναι εκεί κι ο Δραγάτης,
ξέφευγε η κατάσταση από τη δοκιμή του ποτού.
Η αυλή ήταν πολύ περιορισμένη.
Στα χρόνια που τα αυτοκίνητα δεν ήταν πολλά, δεν υπήρχε και μεγάλο πρόβλημα! Δυο
μεταλλικά τραπέζια στα αριστερά της εισόδου και ένα στα δεξιά της, με τις ψάθινες
καρέκλες και αργότερα με τις σιδερένιες με το πλαστικό πλέξιμο. Στο μοναχικό
τραπέζι, συνήθης θαμώνας ο αδερφός του μπαρμπα-Μήτσιου, ο Αλεξη-Σταύρος.
Γραφική εικόνα η ώρα που απολάμβανε το ουζάκι του στο νεροπότηρο, κρυφά από την
Αλέξαινα, βέβαια, που αγνάντευε από τη λόντζια του σπιτιού τους.
Σε κάποιο από τα διπλανά τραπέζια
ο Βασιλη-Τσάκαλος, ο μπαρμπα-Ντούλας, ο Ντουλα-Καλόερος. Της γειτονιάς αυτοί.
Του συνοικισμού της Βρύσης. Όταν το καφενείο της πλατείας ήταν για κάποια
χρόνια κλειστό, ο αντρικός πληθυσμός του χωριού πέρναγε την ώρα του στο
καφενείο του Μητσιο-Γκάφα! Τότε ήταν μονοπώλιο!!!
Και η νεολαία της «ΒΙΚΤΩΡΙΑΣ»,
επιστρέφοντας από το γήπεδο του Αϊ Νικόλα, μετά τις επικές ποδοσφαιρικές
αναμετρήσεις με τους Ζερβιώτες, ξεπέζευε στο καφενείο για μια λεμονάδα, μια
πορτοκαλάδα, μια βυσσινάδα «ΣΟΛΔΑΤΟΣ», μια βανίλια, ένα λουκουμάκι! Όταν
υπήρχε, φυσικά, το χρήμα. Αν έπεφτε στα χέρια καμιά δεκάρα, έφτανε για μια
καραμέλα «ΚΟΚΟΣ». Στις καλύτερες εποχές, με τα μπισκότα «ΡΟΥΛΙΑ» η νεολαία
γνώριζε τους παίχτες των ελληνικών ποδοσφαιρικών ομάδων από τις φωτογραφίας που
περιέχονταν στη συσκευασία. Στόχος της συλλογής των απαιτούμενων φωτογραφιών η δερμάτινη
μπάλα, που θα την έφερνε στην επόμενη επίσκεψή του ο ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ, προμηθευτής του
καταστήματος!
Το κατάστημα δεν είχε ώρες
λειτουργίας! Αν κάποιος χρειαζόταν κάτι από το παντοπωλείο, μια φωνή και
κατηφόριζε με το πάσο του να εξυπηρετήσει τον πελάτη. Αν είχε βάρδια η
Γιούλα, δεν χρειαζόταν να περιμένεις και πολύ να εξυπηρετηθείς.
Κι αργότερα, όταν το καφενείο ανέστειλε
τη δραστηριότητά του, η σκηνή αυτή
επαναλαμβανόταν από τους νεολαίους που έψαχναν καταφύγιο για να βελτιώσουν τις επιδόσεις
τους στο πόκερ. Μια φωνή στον εγγονό του Μπαρμπα-Μήτσιου, το Δημητράκη, και
κατέφθανε με το κλειδί. Ακόμα ηχεί στα αυτιά μας η φωνή του Γορα-Γαλίτσα : «Δημητράκη,
θα τ’ ανοίξεις, θα τ’ ανοίξεις;»
Ο χρόνος, όμως, κυλάει αδυσώπητα.
Το κτίριο ερήμωσε. Οι κισσοί το περικύκλωσαν. Τα ποντίκια βρήκαν την καλύτερη κρυψώνα
να κατοικήσουν.
Από το φετινό Σεπτέμβριο το
κτίριο του καφενείου του Μητσιο-Γκάφα δεν υπάρχει. Κάποια από τα υλικά του «μετακόμισαν»
στα Χώνια και άλλα έμειναν εκεί, στο χώρο τους, να μας φέρνουν στο νου σκηνές,
εικόνες από τις μεγάλες μέρες που γνώρισε!
Οι φωτογραφίες είναι από το
δάσκαλο, Παύλο Κώτση. Τον ευχαριστώ!
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)




